μοιραίνω

μοιραίνω
(αόρ. εμοίρανα) μετ. предопределять судьбу

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "μοιραίνω" в других словарях:

  • μοιραίνω — μοιραίνω, μοίρανα βλ. πίν. 44 Σημειώσεις: μοιραίνω : σπάνια η παθητική φωνή (μοιραίνομαι) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μοιραίνω — 1. (για τη μοίρα) καθορίζω, προδιαγράφω το πεπρωμένο, ορίζω τη μοίρα ενός προσώπου, ιδίως κατά την ώρα τής γέννησής του 2. προκαθορίζω τα μελλοντικά προτερήματα κάποιου 3. παροιμ. «η μάννα γεννάει, μα δε μοιραίνει» τη ζωή τη δίνουν οι γονείς,… …   Dictionary of Greek

  • μοιραίνω — μοίρανα 1. (για τις μοίρες), δίνω σε κάποιον τα αγαθά της ζωής, ευλογώ. 2. παροιμ., «Η μάνα γεννάει μα δε μοιραίνει», η ευτυχία του ανθρώπου δεν εξαρτάται από τη μητέρα του αλλά από τη μοίρα, την τύχη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μοίρα — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 860 μ., 41 κάτ.) στην πρώην επαρχία Πάτρας του νομού Αχαΐας. Βρίσκεται νοτιοανατολικά της Πάτρας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πατρέων. * * * η (ΑΜ μοῑρα, Α ιων. γεν. ης) 1. τμήμα ενός συνόλου χωρισμένου σε μέρη, τεμάχιο …   Dictionary of Greek

  • νέω — (I) νέω (Α) 1. πλέω, κολυμπώ 2. μτφ. (για υπόδημα) είμαι δυσανάλογα μεγάλος («ἔνεον ἐν ταῑς ἐμβάσιν», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. νέω < *νέfω συνδέεται με το ρ. νήχω*, αλλά εμφανίζει θέμα με ε , πιθ. αναλογικά προς το πλέω / ἔπλευσα. Μερικοί… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»